Σχόλια

Σχόλια επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού με τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνω μόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού »

https://www.opengov.gr/cultureathl/wp-content/uploads/downloads/2025/12/ΣΧΝ-ΥΠΠΟ-ΕΡΓΑ-ΤΕΧΝΗΣ-ΑΝΑΡΤΗΘΕΝ.pdf

Το Άρθρο 1 θέτει σημαντικούς και θεμιτούς στόχους, όπως την προστασία των έργων τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων, την πρόληψη της απάτης και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς για τις μελλοντικές γενεές. Ωστόσο, η διατύπωσή του παραμένει κυρίως διακηρυκτική και δεν προβαίνει σε επαρκή διάκριση μεταξύ εκ προθέσεως εγκληματικής συμπεριφοράς και καλόπιστης επιστημονικής διαφωνίας, αβεβαιότητας απόδοσης ή συνήθους εμπορικού κινδύνου, που είναι εγγενείς στην αγορά τέχνης. Ελλείψει τέτοιας διευκρίνισης, υφίσταται ο κίνδυνος ο σκοπός του νόμου να ερμηνευθεί υπέρμετρα κατά την εφαρμογή του και στη δικαστική πρακτική. Θα ήταν, συνεπώς, σκόπιμο η ρήτρα σκοπού να αποσαφηνίζει ρητώς ότι η νομοθεσία στοχεύει πρωτίστως στην εκ προθέσεως απάτη, την οργανωμένη πλαστογραφία και τη σοβαρή υλική βλάβη, χωρίς να υποκαθιστά ή να απορροφά αστικά ένδικα μέσα που αφορούν συμβατικές διαφορές, ψευδείς δηλώσεις ή ζητήματα αποζημίωσης.

Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων. Το Άρθρο 2 προσδιορίζει τους βασικούς μηχανισμούς επίτευξης των στόχων του νόμου, όπως τη θέσπιση ποινικών αδικημάτων, τη σύσταση μητρώου εμπειρογνωμόνων και τη δημιουργία αυτόνομης μονάδας στο Υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς ο τρόπος αλληλεπίδρασης των μηχανισμών αυτών, ούτε η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ ποινικής επιβολής, διοικητικής παρακολούθησης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η έλλειψη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επικαλύψεις ή ασάφεια ως προς την αρμοδιότητα και την ευθύνη των εμπλεκομένων φορέων.

Το Άρθρο 3(α) ορίζει το «έργο τέχνης» με αναφορά στην «αναγνωρισμένη καλλιτεχνική αξία», έννοια εγγενώς υποκειμενική και εξελισσόμενη. Παρότι η ευελιξία αυτή είναι θεμιτή στο πλαίσιο του πολιτιστικού διαλόγου, δημιουργεί νομική αβεβαιότητα όταν χρησιμοποιείται ως κριτήριο στο ποινικό δίκαιο. Δεν προσδιορίζεται ποιος αναγνωρίζει την καλλιτεχνική αξία, με ποια κριτήρια και σε ποιο χρονικό σημείο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει ερμηνευτικές διαμάχες, ιδίως ως προς τη σύγχρονη, εννοιολογική, ψηφιακή ή μη δυτική τέχνη. Αντίστοιχα, το Άρθρο 3(β), που ορίζει το «συλλεκτικό αντικείμενο», βασίζεται σε κριτήρια προερχόμενα κυρίως από το τελωνειακό και φορολογικό δίκαιο, όπως η σπανιότητα και η «μεγάλη αξία», τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στη λειτουργία της αγοράς τέχνης. Και οι δύο ορισμοί θα επωφελούνταν από μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και ενδεικτικά κριτήρια, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής ερμηνεία και να αποφεύγεται η επιλεκτική επιβολή.

Το Άρθρο 4 θεσπίζει το βασικό ποινικό αδίκημα με ιδιαίτερα ευρεία διατύπωση, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την κατασκευή και τη διακίνηση αλλά και την κατοχή ή αποδοχή κατοχής. Παρότι το εύρος αυτό αντανακλά την πρόθεση αντιμετώπισης ολόκληρης της αλυσίδας της δόλιας δραστηριότητας, δημιουργεί κινδύνους όταν η απαίτηση πρόθεσης παραπλάνησης δεν συνδέεται σαφώς με συγκεκριμένη συμπεριφορά ή πράξη. Ειδικότερα, η αναφορά στην παραπλάνηση «ως προς την αξία» ενδέχεται να συγχέει την ποινική απάτη με τη συνήθη εμπορική διαφωνία, σε έναν τομέα όπου η αξία είναι μεταβαλλόμενη και εξαρτώμενη από το πλαίσιο. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, καθώς και τα χρηματικά όρια, εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα. Η δε παρεπόμενη επαγγελματική απαγόρευση, αν και θεμιτή σε περιπτώσεις κατάχρησης εμπιστοσύνης, διατυπώνεται ιδιαιτέρως ευρέως και θα έπρεπε να συνοδεύεται από σαφείς εγγυήσεις αναλογικότητας.

Το Άρθρο 5, που ρυθμίζει τη δήμευση, την απόδοση και την καταστροφή πλαστών έργων, εγείρει σοβαρά ζητήματα διαδικαστικών εγγυήσεων. Η υποχρεωτική καταστροφή αντικειμένων που κατασκευάστηκαν εξαρχής για παραπλάνηση ενδέχεται να στερήσει πολύτιμα εγκληματολογικά και επιστημονικά τεκμήρια, ιδίως ενόψει της εξέλιξης των τεχνικών πιστοποίησης. Επιπλέον, η δυνατότητα κατάσχεσης ή καταστροφής ακόμη και μετά από αθώωση, χωρίς σαφές πρότυπο απόδειξης ή επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, ενδέχεται να προκαλέσει ζητήματα συνταγματικής τάξης. Τέλος, η πρόβλεψη ηλεκτρονικού αρχείου στερείται πλαισίου διακυβέρνησης, ιδίως ως προς την πρόσβαση, την προστασία δεδομένων και την ασφάλεια.

Τα άρθρα 7 έως 10, που αφορούν το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, επιδιώκουν θεμιτά την ενίσχυση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των γνωμοδοτήσεων. Ωστόσο, τα κριτήρια επιλεξιμότητας εμφανίζονται περιοριστικά, αποκλείοντας ουσιώδεις μορφές εξειδίκευσης, όπως η έρευνα προέλευσης, η αρχειακή τεκμηρίωση και η επιστημονική ανάλυση υλικών. Επιπλέον, η αντιμετώπιση της αυθεντικότητας ως δυαδικής έννοιας δεν ανταποκρίνεται στη διεθνή επιστημονική πρακτική, η οποία αναγνωρίζει βαθμούς πιθανότητας και τεκμηριωμένης αβεβαιότητας. Ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας δεδομένων ανακύπτουν επίσης από την υποχρεωτική αρχειοθέτηση ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων.

Τέλος, το Άρθρο 11 αναβαθμίζει ορθώς τη φθορά έργων τέχνης σε σοβαρό ποινικό αδίκημα, αλλά χρησιμοποιεί ευρείς όρους, όπως «ρυπαίνει» ή «αλλοιώνει τη μορφή», χωρίς διάκριση μεταξύ αναστρέψιμης και μη αναστρέψιμης βλάβης. Η πρόβλεψη ευθύνης από αμέλεια στερείται συγκεκριμένου προτύπου επιμέλειας, ιδίως για επαγγελματίες που εμπλέκονται στη διαχείριση ή συντήρηση έργων τέχνης, ενώ τα χρηματικά όρια αξίας εισάγονται χωρίς σαφή μεθοδολογία αποτίμησης.

Nazi-Era Provenance Research is gaining ground

Nazi-Era Provenance Research is gaining ground